Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2019


ΟΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΩΔΙΚΩΝ

Τέθηκαν υπό διαβούλευση τα σχέδια με τις τροποποιήσεις (α΄) του Ποινικού Κώδικα (ΠΚ) και (β΄) του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠοινΔ).
 
Πρόκειται για σημαντικές τροποποιήσεις, οι εισηγητές των οποίων επιδιώκουν να βελτιώσουν εκσυγχρονίζοντας τις ποινικές κυρώσεις και τις ποινικές διαδικασίες, προσπαθώντας να τις προσαρμόζουν στην εποχή μας, έχοντας υπ’ όψει, ότι η επιβολή ποινής στον κρινόμενο ως ένοχο (από τα υπολειτουργούντα με ποιοτικά ανεπαρκή στελέχωση δικαστήρια) δεν αποσκοπεί στην εξόντωση του δράστη κάποιου αδικήματος, αλλά στη βελτίωση της κοινωνικής συμπεριφοράς του, στο παρόν και στο μέλλον. Επίσης, έχει γίνει κατανοητό, ότι ο αυταρχικός τρόπος διεξαγωγής των δικών και η επιβολή απάνθρωπων ποινών δεν ωφελεί κανένα (όπως συμβαίνει με τις διατάξεις του απαρχαιωμένου ν. 1608/1950). Αντίθετα, βλάπτει και μειώνει το κύρος που θα έπρεπε να είχε η διαδικασία απονομής του δικαίου.
 
Εξ αιτίας των προτεινόμενων τροποποιήσεων υπήρξαν αντιδράσεις και από την ένωση των εισαγγελέων, η οποία επισημαίνει, ότι υπάρχει κίνδυνος να κλονιστούν η “κοινωνική ειρήνη” και η “δημόσια ασφάλεια” και να γενικευθεί το αίσθημα ατιμωρησίας. Όμως, δεν εξηγεί η ανακοίνωση του συνδικαλιστικού οργάνου των εισαγγελέων, σε ποια κοινωνική ειρήνη και σε ποια δημόσια ασφάλεια αναφέρεται η ένωση, εν όψει του γεγονότος, ότι η κοινωνική ειρήνη δεν διασφαλίζεται με την επιβολή αυστηρών και άδικων ποινών, όπως κατά κανόνα συμβαίνει στη Χώρα μας, ούτε με τη γνωστή συμπεριφορά των λεγόμενων δικαστικών προσώπων προς τους πολίτες.
 
Η κοινωνική ειρήνη και η δημόσια ασφάλεια θάλπονται κυρίως όταν αυτοί οι οποίοι στελεχώνουν τη δικαστική εξουσία εκπληρώνουν ανεπηρέαστα τα καθήκοντά τους, διαθέτοντας την απαιτούμενη επάρκεια, με προσήλωση στις αρχές του ανθρωπισμού, του πολιτισμού καθώς και στις γενικές αρχές του δικαίου και της ηθικής, εξωτερικεύοντας, αντί της κατεστημένης σκληρότητας, αναλγησίας και αλαζονείας, συμπεριφορά διαπνεόμενη από επιστημονική, λειτουργική, κοινωνική και θεσμική αρετή. Άλλωστε η εξουσία εν γένει πρέπει να είναι ενάρετη, από κάθε άποψη με στελέχη επίλεκτα με ανάλογη συμπεριφορά.
 
Η αυστηρότητα, η σκληρότητα και η απανθρωπιά κατά των αδύνατων, των ενδεών και των ασθενών πολιτών, μαζί με την αλαζονική συμπεριφορά και τη στέρηση της ελευθερίας του ύποπτου και του κατηγορουμένου για “ψύλλου πήδημα”, δεν συμβάλλουν στην κοινωνική ειρήνη ούτε στην ασφάλεια. Προξενούν το εντελώς αντίθετο.
 
Σημασία έχει ο τρόπος απονομής της δικαιοσύνης, η ορθή εφαρμογή του νόμου (αποκλειόμενης της καταργητικής τούτου εφαρμογής) καθώς και η επάρκεια στη στελέχωσή της και όχι οι όποιες τροποποιήσεις, βελτιώσεις ή η ακραία αυστηρότητα, που οφείλεται στη μη εφαρμογή του δικαίου, στον παραμερισμό των αρχών του δικαίου, όπως είναι η επιείκεια, η απαίτηση για την πλήρη απόδειξη της ενοχής, η εν αμφιβολία απαλλαγή του κατηγορουμένου και ο απόλυτος σεβασμός των δικαιωμάτων υπεράσπισης του διωκόμενου πολίτη. Κυρίως σημασία και αξία έχουν για την κοινωνική ειρήνη και την ασφάλεια αλλά και για να απονέμεται πραγματική δικαιοσύνη η αλλαγή, δηλαδή η βελτίωση, της συμπεριφοράς των προσώπων, στα οποία έχει εναποθέσει ο νομοθέτης την αρμοδιότητα και το δικαίωμα να δικάζουν.
 
Εν τέλει, επιγραμματικά, επισημαίνεται, ότι οι δύο κώδικες, ο ποινικός κώδικας και ο κώδικας ποινικής δικονομίας χρειάζονται τροποποιήσεις, αλλαγές και βελτιώσεις ακόμη και στη διατύπωση, που είναι πεπαλαιωμένη. Ως παράδειγμα τίθεται το άρθρο 332 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, σύμφωνα με το οποίο (ως προς τη συμπεριφορά των δικαστικών λειτουργών), ορίζεται, ότι “αν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας στο ακροατήριο οι δικαστικοί λειτουργοί δεν μεταχειρίζονται τα πρόσωπα που συμμετέχουν στη δίκη κατά τρόπο αμερόληπτο, ευπρεπή, απαθή και ψύχραιμο, διαπράττουν βαρύ πειθαρχικό παράπτωμα”. Η διατύπωση αυτή του άρθρου είναι σαφώς καλύτερη της προηγούμενης. Όμως, η λέξη και η έκφραση “μεταχειρίζονται” παραπέμπει μάλλον σε αντικείμενα και όχι σε πρόσωπα. Αντί για αυτήν τη λέξη εύστοχη είναι η λέξη “συμπεριφέρονται” με τη συμπλήρωση της συνέπειας της κακής συμπεριφοράς των δικαστικών λειτουργών, επειδή η μνεία περί της διάπραξης βαρέος πειθαρχικού παραπτώματος δεν έχει καμιά πρακτική και αποτρεπτική αξία. Πρόκειται για διάταξη χωρίς ουσιαστικές συνέπειες. Η προηγούμενη διατύπωση του άρθρου τούτου είναι κακή, επειδή γίνεται γενική αναφορά μόνο στον δικαστή, η συμπεριφορά του οποίου στο ακροατήριο του δικαστηρίου πρέπει να είναι η εκ των περιστάσεων και της ιδιότητάς του επιβαλλόμενη. Κατά τη σημερινή διατύπωση του άρθρου προβλέπεται, ότι “αν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας στο ακροατήριο ο δικαστής δεν μεταχειρίζεται τα πρόσωπα που συμμετέχουν στη δίκη κατά τον απαθή και ψύχραιμο τρόπο που επιβάλλεται, διαπράττει βαρύ πειθαρχικό παράπτωμα”. Τέτοια παραπτώματα, χωρίς καμιά κύρωση, αποτελούν τον κανόνα, η κατάργηση του οποίου είναι αναγκαία.
 
Επίσης, δεν βελτιώθηκε ούτε η διάταξη του άρθρου 340 ΚΠοινΔ, σύμφωνα με την οποία έχει το δικαίωμα το δικαστήριο να δικάσει τον κατηγορούμενο χωρίς συνήγορο, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι οποίες προωθούν και ενισχύουν τη γενικευμένη τάση και την κρατική επιδίωξη για την εξουδετέρωση και την ακύρωση του θεσμικού ρόλου του δικηγόρου – υπερασπιστή και συνηγόρου του διωκόμενου πολίτη, ο οποίος απειλείται από αναρίθμητες ποινικές διατάξεις, εξ αιτίας των οποίων η καθημερινότητα του Έλληνα έχει ήδη μετατραπεί σε κόλαση. Εξ άλλου, η ενίσχυση του λειτουργικού ρόλου δικηγόρου – υπερασπιστή των δικαιωμάτων του πολίτη, που καταδιώκεται κυρίως από την εξουσία, αποτελεί θεσμό και καύχημα της δημοκρατίας, με συνέπεια η συρρίκνωση του ρόλου τούτου να οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στη συρρίκνωση της δημοκρατίας και της ελευθερίας των πολιτών.
Ε. Παπαδάκης

emmpapadax@gmail.com 

Your rating: None Average: 1 (1 vote)