Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2019


Η καταδίκη αθώων

 
Σε άλλο σημείωμα [“Nomika-Epilekta”: “Δικαιοσύνη υπάρχει;”], τέθηκε το ερώτημα, “αν υπάρχει δικαιοσύνη”, με προβολή απόψεων προέδρου του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις οποίες η δικαστική εξουσία κυριαρχείται από τη σκοπιμότητα, δεν σέβεται το Σύνταγμα και εξαντλεί την αυστηρότητά της στους αδύνατους.
 
Τις διαπιστώσεις αυτές επιβεβαιώνουν δικαστικές αποφάσεις, με τις οποίες
· (α΄) ευνοούνται ισχυροί (πολιτικοί και άλλοι),
· (β΄) εξοντώνονται αδύνατοι οικονομικά, κοινωνικά που δεν διαθέτουν “μέσα”,
· (γ΄) καταδικάζονται αθώοι, που δεν μπορούν ν’ αποδείξουν την αθωότητά τους, χωρίς να έχουν τέτοια υποχρέωση γιατί η διωκτική αρχή (η εισαγγελία) έχει υπηρεσιακή υποχρέωση αυτή ν’ αποδείξει την ενοχή κάθε κατηγορουμένου.
 
Ο πολίτης δεν υποχρεώνεται από τον νόμο ν’ αποδείξει, ότι δεν είναι ένοχος (επειδή προστατεύεται από το τεκμήριο αθωότητας, σύμφωνα με το οποίο αν κατηγορηθείς, θεωρείσαι αθώος, εκτός αν αποδειχθεί η ενοχή, μόνο με τη νόμιμη διαδικασία). Αυτό το τεκμήριο στη δικαστηριακή πρακτική δεν ισχύει, παρά τον νόμο. Ο κατηγορούμενος θεωρείται σαν να είναι ήδη ένοχος και πρέπει ν’ αγωνιστεί, πληρώνοντας ικανούς (πραγματικά ή φαινομενικά) δικηγόρους, για ν’ αποδείξει την αθωότητά του. Αλλιώς, αν και αθώος, καταδικάζεται σε ποινές που εξοντώνουν και αδικούν, οι δε δικαστές δεν ελέγχονται για τις αποφάσεις τους, τις καταδικαστικές και άδικες, αλλά μόνο για τις αθωωτικές.
 
Από τις άδικες ποινικές αποφάσεις, ξεχωρίζουν δύο πρόσφατες, του τριμελούς εφετείου Αθηνών και του πενταμελούς εφετείου Αθηνών (για κακουργήματα) που αφορούν στην ίδια υπόθεση (είναι αποφάσεις του πρώτου και δεύτερου βαθμού). Με αυτές επιβεβαιώνονται οι διαπιστώσεις του τέως προέδρου του Αρείου Πάγου καθώς και άλλων, σύμφωνα με τις οποίες τα δικαστήρια δυσλειτουργούν και δεν εκπληρώνουν την αποστολή τους.
 
Πρόκειται για την υπ’ αριθ. 375/2008, του τριμελούς εφετείου Αθηνών και για τη δευτεροβάθμια απόφαση, υπ’ αριθ. 1144/2012, του πενταμελούς εφετείου Αθηνών, για κακουργήματα, που αφορούν τους ίδιους κατηγορούμενους: τον Χ, αναγνωρισμένο σαν τοξικομανή, τον Ε, άλλο τοξικομανή, τη Μ, θυγατέρα βουλευτή και ερωτική σύντροφο του Χ, επίσης τοξικομανή, και τον Α, τον μικρότερο αδελφό του Χ, ο οποίος είχε έρθει στην Ελλάδα από την Ιταλία, όπου σπούδαζε, μαζί με την ιταλίδα σύζυγό του και διέμεινε για μικρό χρονικό διάστημα στο σπίτι του αδελφού του (με αποτέλεσμα να διωχθεί και να καταδικαστεί, χωρίς αποδείξεις και στοιχεία).
 
Σύμφωνα με το “ιστορικό” της υπόθεσης, ο Χ που συνδεόταν ερωτικά με τη Μ, διακινούσε με αυτήν (θυγατέρα βουλευτή) μεγάλες ποσότητες απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών και όπλα, που είχαν προορισμό την τέλεση κακουργημάτων [αναφέρει σχετικά με τα όπλα η απόφαση του πενταμελούς εφετείου, ότι η κατοχή τους “γίνεται με σκοπό τον παράνομο εφοδιασμό, ανεξάρτητα από την πραγματοποίηση αυτού, των καθοριζόμενων από τον νόμο αποδεκτών, είτε επίδοξου δράστη κακουργήματος, είτε υπάρχοντος σωματείου, οργάνωσης, ομάδας ή ένωσης προσώπων”].
 
Την 16.03.2007, αστυνομικοί συνέλαβαν, επ’ αυτοφώρω, τον Ε να παραλαμβάνει 90 γραμμάρια συσκευασμένης σε νάιλον συσκευασία κοκαΐνης από τη Μ, πληρώνοντας το ποσό των 4.500 € στον Χ (τον τοξικομανή μεγαλύτερο αδελφό του Α).
 
Ο Α, δεν είχε σχέση με τις πράξεις του αδελφού του Χ, γιατί βρισκόταν κατά το 2006 στην Ιταλία ως φοιτητής. Επέστρεψε τον Οκτώβριο 2006 και κατοίκησε προσωρινά (μαζί με τη ιταλίδα σύζυγό του A.C.) στην κατοικία του μεγαλύτερου αδελφού του Χ (με την ελπίδα, ότι θα ξεκόψει από τα ναρκωτικά και θα τον βοηθήσει να θεραπευτεί, ιδρύοντας, την 01.03.2007, ομόρρυθμη εταιρεία, με αντικείμενο την υποστήριξη συστημάτων πληροφορικής).
 
Μετά την επ’ αυτοφώρω σύλληψη του Ε, οι αστυνομικοί συνέλαβαν τον Χ, τη Μ (σύντροφό του) και τον Α (γιατί ο Α έμενε στην ίδια κατοικία με τον αδελφό του Χ). Δεν συνέλαβαν την A.C. (σύζυγο του Α), που κατοικούσε στο ίδιο σπίτι (με τους αδελφούς Χ και Α).
Σύμφωνα με την αστυνομία, ο Χ, ο Ε, και η Μ (όλοι τοξικομανείς) διακινούσαν μεγάλες ποσότητες απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών. Επίσης, κατείχαν όπλα, τα οποία προόριζαν για εμπορία. Κατηγορήθηκε και ο Α, ο μικρότερος αδελφός του Χ, επειδή, σύμφωνα με τη μαρτυρική κατάθεση ενός αστυνομικού, μετέφερε τον Χ, με το αυτοκίνητό του, σε διάφορα σημεία, στην Αθήνα, απογευματινές ώρες και τον περίμενε να επιστρέψει, “εποπτεύοντας τον χώρο”. Από αυτό το στοιχείο, συμπέρανε ο αστυνομικός, ότι ο Α γνώριζε την παράνομη δραστηριότητα του Χ και, μάλιστα, τον διευκόλυνε να διακινεί ναρκωτικές ουσίες, μεταφέροντάς τον με το αυτοκίνητό του σε διάφορα σημεία, στην Αθήνα.
 
Σε βάρος του Α δεν βρέθηκε κανένα ενοχοποιητικό στοιχείο, εκτός από την εγκατάστασή του στο σπίτι του αδελφού του Χ (μαζί με την ιταλίδα σύζυγό του A.C.) και τη μεταφορά τούτου σε διάφορα σημεία, μέσα στην Αθήνα.
 
Οι εναντίον της M αποδείξεις ήταν συντριπτικές, επειδή, πέραν του ερωτικού συνδέσμου της με τον Χ, βρέθηκαν στην κατοχή της τα κλειδιά ενός διαμερίσματος, το οποίο χρησιμοποιούσαν (μαζί με άλλα δύο διαμερίσματα) σαν χώρο αποθήκευσης ναρκωτικών.
 
Οι κατηγορούμενοι προφυλακίστηκαν και, στο διάστημα από την προφυλάκισή τους (την 16.03.2007, κατά την οποία είχε συλληφθεί επ’ αυτοφώρω η Μ να δίνει στον Ε κοκαΐνη βάρους 90 γραμμαρίων, μέσα σε “αυτοσχέδιο σακουλάκι”) μέχρι τη δίκη τους, σε πρώτο βαθμό κατά την 21 και 22.01.2008, ο Χ, ο οποίος κατηγορήθηκε σαν αρχηγός “εγκληματικής οργάνωσης” (με μέλη τους άλλους συλληφθέντες, Ε, Μ και Α), κατάφερε ν’ αποδράσει (από το νοσοκομείο, στο οποίο είχε μεταφερθεί).
 
Μετά την απόδραση του Χ, όλες οι κατηγορίες μεταφέρθηκαν και επιβάρυναν τον Α, ο οποίος ενοχοποιήθηκε σαν ο υπαίτιος των αδικημάτων του μεγαλύτερου αδελφού του Χ (με συναυτουργό τη Μ, ερωτική του σύντροφο)!
 
Με την πρωτοβάθμια απόφαση, χάρη στην εμφάνιση και κατάθεση υπέρ της Μ του πατέρα της, Ι.Δ. (ιδιαίτερα προβεβλημένου βουλευτή του κόμματος της αντιπολίτευσης), η σύντροφος του Χ καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών με την ιδιότητα της τοξικομανούς. Για να μην επιβληθεί σε αυτήν μεγαλύτερη ποινή, έκρινε το δικαστήριο πως δεν υπήρξε “εγκληματική οργάνωση” μεταξύ του Χ, της Μ, του Ε και του Α. Η ευνοϊκή αυτή ποινική μεταχείριση της Μ ωφέλησε και τον Ε, ενώ η “αυστηρότητα” της προέδρου και των δύο μελών του δικαστηρίου εξαντλήθηκε σε βάρος του αμέτοχου Α. Αυτός, έχοντας ηλικία 28 ετών, καταδικάστηκε (α΄) σε ισόβια κάθειρξη, (β΄) σε χρηματική ποινή 50.000 € και (γ΄) σε κάθειρξη 14 ετών για κατοχή όπλων. Στον Ε επιβλήθηκε ποινή 5 ετών (και πρόστιμο 10.000 €), η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη, λόγω άσκησης έφεσης. Όμοια ποινή επέβαλε το δικαστήριο στη Μ, τη θυγατέρα του βουλευτή.
 
Για να δικαιολογήσει την καταδίκη του Α, η πρόεδρος του τριμελούς εφετείου διατύπωσε σε έξι χειρόγραφες, πυκνογραμμένες σελίδες, σκεπτικό – αιτιολογικό, στην καταδικαστική απόφαση, στην οποία γίνεται αναφορά αποκλειστικά στον δραπέτη Χ. Όμως, όλες οι πράξεις του Χ θεωρήθηκαν αναπόδεικτα και σαν πράξεις του Α.
 
Στο σκεπτικό της πρωτοβάθμιας απόφασης επιχειρήθηκε να δικαιολογηθεί η ενοχοποίηση του Α (που φαίνεται από τις αποδείξεις αμέτοχος των εγκλημάτων των άλλων κατηγορουμένων). Έτσι, δίπλα στις πράξεις, που περιγράφονται σαν πράξεις του δραπέτη Χ, έχει προστεθεί η φράση πως ο Α “ενεργούσε μαζί με τον φυγόδικο αδελφό του” [παράδειγμα της θέλησης ενοχοποίησης του Α βρίσκουμε στην 32η σελίδα της απόφασης, όπου σημειώθηκε, ότι κατασχέθηκε η μοτοσυκλέτα του φυγόδικου Χ “που είχε χρησιμοποιηθεί για τις πράξεις του Α” και “του φυγόδικου αδελφού του”. Όμως, σύμφωνα με την κατηγορία και τις αποδείξεις, ο Α μετέφερε πολλές φορές τον Χ με αυτοκίνητο και όχι με τη μοτοσυκλέτα του Χ]!
 
Και η δευτεροβάθμια απόφαση διαθέτει εκτενές σκεπτικό για την εξόντωση του Α και την ευνοϊκή μεταχείριση της αναμεμειγμένης στο εμπόριο των ναρκωτικών και των όπλων Μ, λόγω της ιδιότητάς της ως θυγατέρας του βουλευτή Ι.Δ.!
 
Η απόφαση του πενταμελούς εφετείου διαθέτει επίσης εκτενές σκεπτικό – αιτιολογικό έκτασης δέκα δακτυλογραφημένων σελίδων, στις οποίες αναφέρονται πάλι οι πράξεις του δραπέτη Χ σα να ήταν πράξεις του Α, ο οποίος έμεινε μαζί με τον Χ και τη σύζυγό του A.C. για ελάχιστο χρονικό διάστημα στο σπίτι του Χ (αδελφού του), όταν απέστρεψε από την Ιταλία, όπου φοιτούσε. Μέσα σε αυτόν τον ελάχιστο χρόνο των μόλις τεσσάρων μηνών (από τότε που επέστρεψε ο Α, μαζί με την A.C. στην Ελλάδα), λογικά, δεν θα μπορούσε ν’ αναπτύξει την εγκληματική δραστηριότητα που του απέδωσαν οι δύο αποφάσεις, καταδικάζοντάς τον μάλιστα ότι έδρασε “κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια”. Συνεπώς, ενοχοποιήθηκε ο Α παράλογα και έγινε θύμα άδικης καταδίκης. Σε αντίθεση με τις αποδείξεις συντάχθηκαν εκτενή κείμενα με δικαιολογίες για την καταδίκη του αθώου και την ουσιαστική απαλλαγή της ένοχης Μ, που είχε ομολογήσει τις πράξεις της, στην οποία οι αποφάσεις επέβαλλαν συμβολική ποινή.
 
Με τη δευτεροβάθμια απόφαση (α΄) ο Α καταδικάστηκε σε ποινή 16 ετών και σε χρηματική ποινή 20.000 € για την αγορά, κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών, και σε ποινή 7 ετών για την κατοχή όπλων. Δύο από τους πέντε δικαστές μειοψήφησαν γιατί, κατ’ αυτούς, ο Α έπρεπε να καταδικαστεί με τις ίδιες ποινές, ισόβιας κάθειρξης και 14 ετών (χωρίς εξήγηση της μειοψηφίας τους), (β΄) ο τοξικομανής Ε καταδικάστηκε σε φυλάκιση 2 ετών και σε χρηματική ποινή 1.000 € και (γ΄) η Μ καταδικάστηκε σε ποινή 30 μηνών και σε χρηματική ποινή 2.000 €.
 
Αποτέλεσμα της άδικης για τον Α κρίσης ήταν να φυλακιστεί με απάνθρωπες ποινές ένας 28ετής νέος, εξ αιτίας των παρανομιών του αδελφού του (που απέδρασε. Σημειωτέον, ότι ο δραπέτης Χ είχε διωχθεί και προγενέστερα για εγκλήματα σχετικά με την εμπορία ναρκωτικών, ενώ ο Α δεν είχε καμιά τέτοια εμπλοκή)!
 
Δεν εξηγήθηκε, με τις δύο καταδικαστικές αποφάσεις, για ποιο λόγο δεν κατηγορήθηκε η ιταλίδα A.C., σύζυγος του Α, που διέμενε, μαζί με τον Χ και τον σύζυγό της Α, στο ίδιο σπίτι (και θα έπρεπε και αυτή να γνώριζε επακριβώς όσα ο Α).
 
Με τη δευτεροβάθμια απόφαση, η σύζυγος του Α θεωρήθηκε, από “παραδρομή”, σα σύζυγος του δραπέτη Χ [στην 32η σελίδα της απόφασης του πενταμελούς εφετείου αναφέρεται, ότι οι αδελφοί Α και Χ (ο Χ είναι φυγόδικος) κατοικούν στην ίδια κατοικία “μαζί με τη σύζυγο του φυγόδικου AC”] και σε όλα τα σημεία του σκεπτικού της αναφέρεται μόνο η παράνομη δράση του Χ, η οποία, χωρίς εξήγηση, θεωρήθηκε ως δράση του Α.
 
Δεν εξηγήθηκε ο λόγος για τον οποίο η Μ, που είχε πρωταγωνιστική δράση στην εμπορία ναρκωτικών και διέθετε τα κλειδιά τουλάχιστον ενός από τα διαμερίσματα (επί της οδού Σφιγγός, στην Αθήνα), τα οποία είχαν χρησιμοποιηθεί σαν αποθήκη ναρκωτικών, τιμωρήθηκε με το χάδι της ποινής των μόλις 30 μηνών. Σαν μοναδική “εξήγηση” γι’ αυτήν τη μεταχείριση της Μ και την εξόντωση του Α απομένει η βεβαιότητα, ότι και τα δύο δικαστήρια έκριναν με γνώμονα την ιδιότητα της Μ ως θυγατέρας ενός ισχυρού πολιτικού παράγοντα. Η δε εξόντωση του Α, με την επιβολή στην αρχή ισόβιας κάθειρξης, δέκα τεσσάρων ετών και χρηματικής ποινής 50.000 € και, στη συνέχεια, ποινής δεκαέξι ετών, επτά ετών και χρηματικής ποινής 20.000 €, “εξηγείται” (;) σαν “εκδίκηση” για την απόδραση του αδελφού του Χ καθώς και σαν κατάχρηση της ανεξέλεγκτης εξουσίας, η οποία έχει δοθεί στους δικαστές για να εξοντώνουν όσους δεν διαθέτουν δύναμη αντίδρασης ή άλλα ισχυρά μέσα άμυνας κατά της αυθαιρεσίας.
 
Οι παραπάνω αποφάσεις δεν αποτελούν εξαίρεση. Υπάρχουν αποφάσεις “εφάμιλλες” αυτών αλλά και χειρότερες. Σε τέτοιες αποφάσεις θ’ αναφερθούμε σε άλλο σημείωμα.
 
Με την παραγωγή πλήθους ποινικών νόμων, δεν φαίνεται να έχει περιοριστεί η καταδίκη αθώων και η απαλλαγή αυτών που διαθέτουν ισχύ και μέσα.
Όσοι δεν ανέχονται την αδικία ν’ αναλάβουν αγώνα ανατροπής του δικαστικού συστήματος και αντικατάστασής του με άλλο, που να προσεγγίζει τα συστήματα απονομής δικαιοσύνης των πολιτισμένων κρατών.
 
 

Ε. Παπαδάκης 

Your rating: None Average: 5 (30 votes)