Τετάρτη 8 Αυγούστου 2018


Εξουσιομανείς και ανάγωγοι

 
Την 07.03.2012, πέρασα την είσοδο της διεύθυνσης αλλοδαπών της αστυνομίας (στην Πέτρου Ράλλη) προκειμένου να ρυθμιστεί κατεπείγουσα περίπτωση που είχε σχέση με άδικα κρατούμενο αλλοδαπό με σοβαρά προβλήματα υγείας, από τα οποία κινδύνευε άμεσα η ζωή του.
 
Ο αλλοδαπός είχε αφεθεί ελεύθερος, με δύο εφετειακές αποφάσεις, αλλά η διοίκηση και ειδικότερα η αστυνομία είχε διαφορετική γνώμη και, έτσι, ο αλλοδαπός, αν και διαθέτει άδεια παραμονής στη χώρα, έπρεπε να παραμείνει φυλακισμένος
 
Είναι γεγονός πως σπάνια πηγαίνω σε αστυνομικά τμήματα, σε αστυνομικές διευθύνσεις και σε δημόσιες υπηρεσίες με την ιδιότητα του δικηγόρου, επειδή αποφεύγω ν’ αντιμετωπίσω (χωρίς χαλιναγωγούμενη οργή και ακραία ταραχή) την αναίδεια, την προκλητικότητα και την ηλιθιότητα των δημόσιων υπαλλήλων και ειδικά των αστυνομικών (οι οποίοι χωρίς λόγο προκαλούν με την αλαζονεία και τη μανία για επίδειξη εξουσίας και δύναμης).
 
Υπάρχει μια μικρή μειονότητα δημόσιων λειτουργών και αστυνομικών που επιβεβαιώνει τον αντίθετο κανόνα, με την υπηρεσιακά άψογη συμπεριφορά, την ευγένεια, την προθυμία και τις ικανότητές τους κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας τους. Όμως, πρόκειται για έσχατη μειοψηφία που δεν μπορεί να βελτιώσει την άθλια κατάσταση της έλλειψης διάθεσης για την εκπλήρωση των υπηρεσιακών καθηκόντων των εν γένει δημόσιων υπαλλήλων, στους οποίους περιλαμβάνονται τόσο οι δικηγόροι όσο και οι εισαγγελείς και δικαστές.
 
Αυτή τη φορά δεν κατάφερα να ματαιώσω (ν’ αποφύγω) τη μετάβασή μου στην υπηρεσία που χειρίζεται την αστυνόμευση των αλλοδαπών.
 
Η ώρα ήταν 19:30 περίπου, όταν εισήλθα στον περίβολο του κτηρίου της αστυνομικής αυτής διεύθυνσης, αφού προηγουμένως είχα υποστεί εξονυχιστικό έλεγχο στην πύλη, με εξέταση της ταυτότητας και προσεχτική καταγραφή των “στοιχείων” μου.
 
Λόγω της σοβαρότητας και του κατεπείγοντος της υπόθεσης, συνοδευόμουν από άλλους τρεις δικηγόρους (ο ένας εκ των οποίων εκτελούσε χρέη διερμηνέα) που όμοια με εμένα ελέγχθηκαν για να τους επιτραπεί η είσοδος στην αστυνομική διεύθυνση.
 
Και οι τέσσερεις ανεβήκαμε στον όροφο του κτηρίου που μας υποδείχθηκε από κάποιον ευφυολόγο αστυνομικό και ζητήσαμε, αφού βρέθηκε ο αρμόδιος, να εκπληρώσουμε τα καθήκοντά μας (την εργασία μας), μέσα στο καθορισμένο ωράριο, που έληγε την 21:00 ώρα.
 
Ένας νεαρός αστυνομικός μας ενημέρωσε πως θα έπρεπε να περιμένουμε για λίγο, επειδή γινόταν έλεγχος των αλλοδαπών που είχαν μόλις αφιχθεί.
 
Στην πραγματικότητα η αναμονή αποτελούσε μέσο απόδειξης της δύναμης και της αστυνομικής εξουσίας που απαιτεί να ταλαιπωρείται όποιος επιθυμεί να την προσεγγίσει. Έπρεπε, με άλλα λόγια, να σιτέψουμε πριν αντικρίσουμε τους αυθέντες μας που ήταν πρόθυμοι να δεχτούν ικεσίες, αιτήματα και παρακλήσεις.
 
Μετά την παρέλευση ώρας και πλέον, κάποιος από εμάς χτύπησε μια σιδερένια πόρτα και ζήτησε από τον αστυνομικό που εμφανίστηκε νωχελικά να μας προσδιορίσει τον χρόνο που έπρεπε να περιμένουμε ακόμα για να διεκπεραιώσουμε την εργασία μας.
 
Ο αστυνομικός, φανερά ανόρεχτος και έντονα ενοχλημένος, δέησε να ψιθυρίσει πως “δεν θ’ αργούσαν”.
Χρειάστηκε να περιμένουμε για μια ακόμα ώρα, οπότε εμφανίστηκε ένας εικοσιπεντάχρονος αστυνομικός, κρατώντας ένα στραπατσαρισμένο τετράδιο μεγάλου μεγέθους με γραμμωτές σελίδες, στις οποίες καταχώρησε τα στοιχεία μας, αφού έλεγξε με νωχέλεια τις ταυτότητές μας. Επειδή όμως τα στοιχεία αυτά δεν του φάνηκαν αρκετά, άρχισε να ρωτάει σαδιστικά έναν – έναν, χωρίς να βιάζεται, το πατρώνυμο, το όνομα της μητέρας, τη διεύθυνση κατοικίας και τον αριθμό του τηλεφώνου, τα οποία επίσης κατέγραφε στο τετράδιό του, προβαίνοντας ταυτόχρονα σε επίσημες και μεγαλοπρεπείς δηλώσεις σχετικά με την καλοσύνη του να μας εξυπηρετήσει, ενώ θα έπρεπε να περιμένουμε και μετά την 23:00 ώρα, διότι “έτσι πρέπει”. Ίσως, οι συνάδελφοί του να μας επέτρεπαν, αργά, αν ήθελαν, να “εξυπηρετηθούμε”…
 
Παρατήρησα με ήρεμη φωνή πως δεν είναι λογικό να καταγράφει τόσες λεπτομέρειες στο γραμμωτό τετράδιο, επιμηκύνοντας χωρίς λόγο την παραμονή μας, επειδή ήδη είχαν ελεγχθεί τα στοιχεία μας κατά την είσοδό μας στο αστυνομικό κτήριο καθώς και από τον ίδιο με την εξέταση των ταυτοτήτων μας.
 
Ο αστυνομικός, αφού επανέλαβε πως μας “έκανε μεγάλη χάρη” που δεν μας άφησε να περιμένουμε κι άλλες ώρες, έπρεπε δε να του είμαστε ευγνώμονες για την προς εμάς επιείκεια του ίδιου και της υπηρεσίας του, δήλωσε πως “εσείς οι δικηγόροι έχετε μάθει να περιμένετε, γι’ αυτό οφείλετε να είσαστε υπομονετικοί”. Όταν του απάντησα ότι δεν έμαθα να περιμένω άσκοπα, αποκρίθηκε (με τη γνωστή αστυνομική αναίδεια) πως “ποτέ δεν είναι αργά”.
 
Στη συνέχεια, παρέλαβε το τετράδιό του και αποχώρησε, ενώ ο χρόνος της βασανιστικής αναμονής κυλούσε συμπληρώνοντας ακόμα μια ώρα απραγίας μέσα σε μια άθλια αίθουσα που διακρινόταν για τη ρυπαρότητά της.
 
Αφού δοκιμάστηκε η υπομονή και η αντοχή των νεύρων μας, μετά από ώρες, αργά κατά τα μεσάνυχτα, καταφέραμε να διεκπεραιώσουμε μέρος της εργασίας μας και κατάκοποι αποχωρήσαμε με τη σκέψη πως στη χώρα μας κυριαρχεί η γραφειοκρατία, η εξουσιομανία, ο αυταρχισμός, η ανικανότητα και η αγένεια, χωρίς ελπίδα διόρθωσης. Βελτίωση θα δούμε αν αλλάξει η νοοτροπία, εκδιωχθούν οι ανίκανοι πίσω στις ιδιαίτερες πατρίδες του ο καθένας, τιμωρούνται οι αναιδείς, αγενείς και οι επίορκοι δημόσιοι υπάλληλοι (“λειτουργοί”) και εμπεδωθεί αληθινά δημοκρατική και σύγχρονη αντίληψη σχετικά με το λεγόμενο καθήκον και τον ρόλο του κράτους.
 
Ε. Θεμιστοπόλος
 

 

Your rating: None Average: 4.4 (11 votes)