Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2014


Η θρησκευτική θεώρηση του γάμου

Μετά από τη δημοσίευση σε τρία μέρη του άρθρου «Ο γάμος: Θεσμός, συντροφικότητα ή/και κάτι άλλο;», παρατίθεται η θρησκευτική άποψη σε δύο συνεχόμενα άρθρα διαπρεπών ορθόδοξων κληρικών.

 

ΓΑΜΟΣ: ΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΩΡΗΣΗ
 
Η Ιουδαϊκή σκέψη της Παλαιάς Διαθήκης είδε ως κύριο νόημα και σκοπό του γάμου την τεκνογονία. Το πιο φανερό και αναγκαίο σημάδι της Θείας Ευλογίας εθεωρείτο η συνέχιση της φυλής.  Η υπακοή και η εμπιστοσύνη του Αβραάμ στον Θεό του έφερε την υπόσχεση ενός δοξασμένου απογόνου: «η μην ευλογών ευλογήσω σε, και πληθύνων πληθυνώ το σπέρμα σου ως τους αστέρας του ουρανού και ως την άμμον την παρά το χείλος της θαλάσσης, και κληρονομήσει το σπέρμα σου τας πόλεις των υπεναντίων και ενευλογηθήσονται εν τω σπέρματι σου πάντα τα έθνη της γης, ανθ’ ων υπήκουσας της εμής φωνής». (Γένεσις, κβ΄ 17-18). Αυτή η σοβαρή υπόσχεση που δόθηκε στον Αβραάμ εξηγεί γιατί η στέρηση παιδιών εθεωρείτο κατάρα, κυρίως για τις γυναίκες.
 
Αυτή η άποψη που απεικονίζεται τόσο καθαρά στην Π. Διαθήκη, αρχικά συνδέεται με το γεγονός ότι ο πρώιμος  Ιουδαϊσμός δεν είχε αντιληφθεί σωστά το θέμα της προσωπικής επιβίωσης μετά τον θάνατο. Το καλύτερο που μπορούσαν να ελπίζουν ήταν μια σκοτεινή και ατελής ύπαρξη σ’ ένα μέρος που ονομαζόταν «Άδης» (συχνά σ’ αυτή τη λέξη δίνουν την ασαφή μετάφραση «κόλαση»). Ο Ψαλμωδός ζητά τη βοήθεια του Θεού εναντίον των έχθρων του που ζητούν να τον σκοτώσουν και γνωρίζει ότι ο Θεός «ουκ εμνήσθη έτι» τους φονιάδες οι οποίοι «εκ της χειρός του απώσθησαν». Ζητώντας τη βοήθεια του Θεού εναντίον εκείνων που ζητούν να τον εξολοθρεύσουν προκαλεί φιλοσοφικά τον Θεό: «μη τοις νεκροίς ποιήσεις θαυμάσια; ή ιατροί αναστήσουσι καί εξομολογήσονται σοι;» (Ψαλμός 87, 11). Ο Θεός ήταν «Θεός ζώντων» και όχι νεκρών. Όμως η υπόσχεση στον Αβραάμ υπονοούσε ότι η ζωή θα ήταν αιώνια με τη βοήθεια των απογόνων, γι’ αυτό δίνονταν μεγάλη σπουδαιότητα στην τεκνογονία.
 
Έτσι ο γάμος – πολυγαμία ή μονογαμία – ήταν το νόμιμο μέσο, αλλά η παλλακεία ήταν επίσης ανεκτή και ακόμη μερικές φορές αναγκαστική για να εξασφαλισθεί η συνέχιση της φυλής (Γένεσις ιστ΄ 1-3). Ο θεσμός της «επιγαμβρείας»  στηρίζεται στο καθήκον του άνδρα να «αναστήσει σπέρμα» για τον νεκρό αδελφό του με το να παντρευτεί τη χήρα του κι έτσι να του εξασφαλίσει μερική επιβίωση στα παιδιά της γυναίκας του. Η μονογαμία, βασισμένη στην αιώνια αγάπη των συζύγων, υπήρχε μάλλον ως μια ιδανική εικόνα.  Υπονοείται στην ιστορία της δημιουργίας, στο Άσμα Ασμάτων, σε διάφορες προφητικές εικόνες της αγάπης του Θεού για τους ανθρώπους του, αλλά ποτέ δεν έγινε θρησκευτικό πρότυπο.
 
Στην Κ. Διαθήκη, το νόημα του γάμου αλλάζει εκ θεμελίων.  Η αντίθεση είναι εμφανής, διότι τα κείμενα χρησιμοποιούν τις διάφορες απόψεις της Π. Διαθήκης για να τις τροποποιήσουν με σαφήνεια. Κανένα κείμενο της Κ. Διαθήκης που αναφέρεται στον γάμο δεν προβάλλει την τεκνογονία ως δικαίωση ή σκοπό.  Η τεκνογονία γίνεται μέσο σωτηρίας μόνο εάν επιτελείται «εν πίστει, αγάπη, και αγιασμώ» (Α΄ Τιμόθ., 2:15). Η τροποποίηση στα πρότυπα της Π. Διαθήκης φανερώνεται με αρκετή σαφήνεια σε τρεις περιπτώσεις:
(1) Τα τρία συνοπτικά Ευαγγέλια (Ματθαίου,  Μάρκου, Λουκά) αναφέρουν τη στάση του Ιησού προς την «επιγαμβρεία». Είναι αναγκαίο να τονισθεί ότι το θέμα σχετίζεται με τη διδασκαλία του Χριστού για την ανάσταση και την αθανασία, πράγμα που διαλύει τις απορίες για την επιβίωση διά της τεκνογονίας. Όταν οι Σαδδουκαίοι (που δεν  πίστευαν στην ανάσταση) ρώτησαν ποιός ανάμεσα στους επτά αδελφούς που διαδοχικά παντρεύτηκαν την ίδια γυναίκα θα τήν έχει ως σύζυγο «εν τη Αναστάσει»­ ο Ιησούς απάντησε ότι «στην Ανάσταση δεν υπάρχει γάμος, γιατί θα ζουν σαν  άγγελοι Θεού».
 
Συνήθως αυτό το χωρίο θεωρείται ότι υπονοεί ότι ο γάμος είναι μόνο επίγειος θεσμός και ότι το κύρος του διαλύεται με τον θάνατο. Τέτοια αντίληψη επικράτησε στη Δυτική Εκκλησία που ποτέ δεν αποθάρρυνε τον δεύτερο γάμο χήρων ανθρώπων και που δεν περιόρισε τον αριθμό των επιτρεπτών για τους Χριστιανούς γάμων. Όμως, αν αυτό ήταν το πραγματικό νόημα των λόγων του Ιησού, θα ήταν σε φανερή αντίθεση με τη διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου και με τους γεμάτους συνέπεια κανόνες της  Ορθοδόξου Εκκλησίας ανά τους αιώνες. Στην χριστιανική αντίληψη, ο γάμος παρουσιάζει μια μοναδικότητα και είναι εντελώς αντίθετος από την «επιγαμβρεία». Ποτέ η χριστιανική Εκκλησία δεν θα ενεθάρρυνε τον άνδρα να παντρευτεί τη χήρα του αδελφού του. Πράγματι, όπως ο Κλήμης ο Αλεξανδρείας ήδη τόνισε: « Ο Κύριος δεν αποκλείει τον γάμο, αλλά απελευθερώνει τις σκέψεις τους από την προσδοκία ότι στην  Ανάσταση θα υπάρχουν σαρκικές επιθυμίες».  Η απάντηση του Ιησού στους Σαδδουκαίους είναι αυστηρά περιορισμένη από το νόημα της ερώτησης τους. Δεν δέχονται την Ανάσταση διότι δεν μπορούν να τη φαντασθούν διαφορετικά παρά ως μια αποκατάσταση της γήινης ανθρώπινης ύπαρξης, πράγμα που θα περιλάμβανε και την Ιουδαϊκή αντίληψη του γάμου ως αναπαραγωγή μέσω της συζυγικής ένωσης. Σ’ αυτό, όπως λέει ο  Ιησούς «πλανώνται», διότι η ζωή στην Αιώνια Βασιλεία θα είναι όπως η ζωή «των αγγέλων». Έτσι στην απάντησή του ο Ιησούς δεν κάνει τίποτ’ άλλο παρά απορρίπτει μια αφελή και υλιστική αντίληψη για την  Ανάσταση χωρίς να αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στο θέμα του γάμου. Αναφέρεται στην «επιγαμβρεία» κι όχι στον χριστιανικό γάμο του οποίου το νόημα γίνεται φανερό – σ’ όλο το βάθος και το πλάτος – σε άλλα μέρη της Κ. Διαθήκης.
 
(2) Η διδασκαλία του Χριστού που απαγορεύει το διαζύγιο αντικατοπτρίζει, πιο θετικά, τη φύση του Χριστιανικού γάμου. Έρχεται σε φανερή αντίθεση με το Ιουδαϊκό  Δευτερονόμιο που επιτρέπει το διαζύγιο. Η ουσία του Χριστιανικού γάμου που βρίσκεται στο αδιάλυτό του αποκλείει όλες τις υλιστικές ερμηνείες.  Η ένωση ανάμεσα στους δύο συζύγους είναι τελεσίδικη. Είναι μία αιώνια ένωση ανάμεσα σε δυο μοναδικές και αιώνιες προσωπικότητες, που δεν μπορεί να διασπασθεί από τέτοιες προφάσεις όπως η τεκνογονία (δικαιολογία για παλλακεία) ή η οικογενειακή αλληλεγγύη (βάση για «επιγαμβρεία»).Το αδιάλυτο του γάμου πάντως δεν είναι αξίωση νομικά άκαμπτη.  Η κυριότερη εξαίρεση που μνημονεύεται από τον Ματθαίο («παρεκτός λόγου πορνείας») είναι για να μας υπενθυμίζει ότι ο νόμος της Βασιλείας του Θεού δεν επιβάλλει την κατά γράμμα τήρησή του, αλλά λαμβάνει υπόψη και την ελεύθερη ανταπόκριση του ανθρώπου. Έτσι το δώρο του Χριστιανικού γάμου μπορεί ο άνθρωπος να το δεχθεί, να το βιώσει ελεύθερα, αλλά τελικά μπορεί και ν’ απορρι­φθεί από τον άνθρωπο. Γενικά το Ευαγγέλιο ποτέ δεν περιορίζει το μυστήριο της ανθρώπινης ελευθερίας σε νομικούς κανόνες. Προσφέρει στον άνθρωπο το μόνο δώρο που αξίζει σε μια «εικόνα του Θεού» – μια «αδύνατη» τελειότητα. Η απαίτηση του Χριστού για απόλυτη μονογαμία παρουσιάζεται στους ακροατές Του ως κάτι το ακατόρθωτο. Κατ’ ακρίβεια η αγάπη είναι πέρα από τις κατηγορίες του δυνατού και του αδύνατου. Είναι ένα «δώρημα τέλειο» που γίνεται γνωστό μόνο με την εμπειρία. Είναι φανερά ασυμβίβαστη με τη μοιχεία. Στην περίπτωση της μοιχείας, ο άνθρωπος αρνείται το δώρο και ο γάμος δεν υπάρχει. Εκείνο που απομένει τότε είναι όχι μόνο το τυπικό «διαζύγιο», αλλά η τραγική εμπειρία της κακής χρήσης της ελευθερίας, δηλ. της αμαρτίας.
 
(3) Όταν μιλά για το θέμα της χηρείας, ο  Απόστολος Παύλος υπονοεί ότι ο γάμος δεν διαλύεται από τον θάνατο διότι «η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει» (Α΄ Κορ., ιγ΄, 8). Γενικά η στάση του Παύλου στο θέμα του γάμου είναι καθαρά αντίθετη από την άποψη των Ιουδαίων Ραβίνων διότι -ειδικά στην Α΄ προς Κορινθίους- δείχνει φανερά την προτίμηση του στον άγαμο βίο παρά στον γάμο. Μόνο στην επιστολή του προς τους Εφεσίους αυτή η αρνητική στάση βελτιώνεται με τη διδασκαλία στην οποία παρομοιάζεται ο γάμος με την ένωση Χριστού και Εκκλησίας – διδασκαλία που έγινε η βάση όλης της Θεολογίας του γάμου όπως συναντάται στην Ορθόδοξη Παράδοση. Πάντως η άποψη του Παύλου για τον δεύτερο γάμο σε περίπτωση χηρείας, όπως αυτή εκφράζεται στην Α΄ προς Κορινθίους, υποστηρίζεται αυστηρά και από τους Κανόνες και την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας. Ο δεύτερος γάμος είτε σε περίπτωση χηρείας είτε σε περίπτωση διαζυγίου, γίνεται ανεκτός μόνο ως καλύτερη λύση παρά το «πυρούσθαι» και όχι για οποιοδήποτε άλλο λόγο. Μέχρι τον δέκατο αιώνα, δεν ευλογείτο στην εκκλησία και ακόμα και σήμερα συνιστά κώλυμα για να γίνει κανείς ιερέας. Η σημερινή ιεροτελεστία της ευλογίας του δευτέρου γάμου επίσης δείχνει καθαρά ότι γίνεται δεκτός μόνο από συγκατάβαση. Σε κάθε περίπτωση η Γραφή και η Παράδοση συμφωνούν ότι η πίστη της χήρας ή του χήρου στον σύντροφο που έχει πεθάνει είναι κάτι παραπάνω από «ιδανικό»· είναι Χριστιανική γραμμή. Ο Χριστιανικός γάμος δεν είναι μόνο μια γήινη σεξουαλική ένωση, αλλά ένας αιώνιος δεσμός ο όποιος θα συνεχίσει όταν τα σώματα μας θα γίνουν «πνευματικά», και όταν ο Χριστός θα είναι «τα πάντα εν πάσι». Αυτά τα τρία παραδείγματα δείχνουν καθαρά ότι στην  Κ. Διαθήκη προβάλλεται μια εντελώς καινούργια αντίληψη για τον γάμο- εξαρτάται άμεσα από το «Ευαγγέλιο» της Ανάστασης το οποίο μας μετέδωσε ο Χριστός. Ο Χριστιανός προσκαλείται ήδη απ’ αυτόν τον κόσμο να γευθεί τη νέα ζωή, να γίνει πολίτης της Ουράνιας Βασιλείας – και μπορεί να το κάνει αυτό μέσα στον γάμο. Αλλά τότε ο γάμος παύει να είναι είτε η απλή ικανοποίηση προσωρινών φυσικών αναγκών είτε το μέσο για εξασφάλιση μιας απατηλής επιβίωσης μέσω της τεκνογονίας. Είναι μια μοναδική ένωση δύο υπάρξεων που αγαπιούνται και που μπορούν να υπερπηδήσουν την ανθρώπινή τους φύση και έτσι να ενωθούν όχι μόνο μεταξύ τους  άλλα επίσης και με το Χριστό.
 
Πρωτοπρεσβυτέρου Ιωάννου Μάγιεντορφ
 
 
Ο ΓΑΜΟΣ ΩΣ ΜΥΣΤΗΡΙΟ
 
Wedding-Church-Decoration-Tips.jpgΕίναι κοινή διαπίστωση ότι σήμερα ο γάμος περνά κρίση. Αυτό μαρτυρεί το πλήθος των διαζυγίων. Αυτό μαρτυρούν τα τόσα ζευγάρια που χωρίς να φθάσουν στο διαζύγιο ζουν κατά συνθήκη και κατ’ ανοχή συζυγική ζωή και δεν βρίσκουν καμιά ευτυχία και καμιά χαρά στον δεσμό τους.
Ένα σοβαρό αίτιο της κρίσεως αυτής είναι ότι οι “ερχόμενοι εις γάμου κοινωνίαν” Χριστιανοί δεν ζουν τον γάμο τους, ως Μυστήριο.
 
Πολλοί Χριστιανοί επηρεασμένοι από το κοσμικό και άθεο κλίμα της εποχής μας, που είναι σήμερα διάχυτο (εφημερίδες, τραγούδια, περιοδικά, θεάματα, διαφημίσεις) αντιλαμβάνονται τον γάμο ως ένα φυσικό, βιολογικό ή κοινωνικοοικονομικό μόνο γεγονός. Ο πανσεξουαλισμός έχει επηρεάσει βαθύτατα τη σκέψη του σύγχρονου ανθρώπου με αποτέλεσμα να τοποθετεί την ευτυχία του αποκλειστικά και μόνον στο σεξ. Έτσι ο γάμος θεωρείται ως ένα νόμιμο και εγκεκριμένο από την κοινωνία ερωτικό παιχνίδι, χωρίς καμία συνείδηση ευθύνης και αποστολής. Όταν παρέλθει η ερωτική ευχαρίστηση τότε και ο γάμος δεν έχει νόημα. Οι σύζυγοι χωρίζουν για να βρουν νέο σύντροφο και νέα περιπέτεια.
Όταν όμως ο γάμος μένει ένα φυσικό και κοινωνικό γεγονός χωρίς να γίνει «μυστήριον», χωρίς, δηλαδή, να περάσει μέσα στην Εκκλησία, τη Βασιλεία αυτή του Θεού, και να μεταμορφωθεί, δεν είναι δυνατόν να σωθεί και να σώσει.
 
Ο γάμος ως φυσικό και κοινωνικό γεγονός ανήκει στον κόσμο που υπάρχει εκτός της Εκκλησίας. Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι ο έξω της Εκκλησίας κόσμος, ζωή, άνθρωπος, φύση, κοινωνία, είναι αλύτρωτα. Είναι όψεις του πεσόντος κόσμου, που λόγω του προπατορικού αμαρτήματος έχει δηλητηριασθεί, έχει αρρωστήσει θανάσιμα. Έτσι και ο γάμος ως γεγονός φυσικό ή κοινωνικό είναι άρρωστος και αδύνατος από την ίδια του τη φύση να λυτρώσει τον άνθρωπο και να του χαρίσει ακεραία και ολοκληρωμένη ζωή.
Όταν ο γάμος γίνει «Μυστήριον» μεταθέτει τους συζύγους και τον φυσικό τους γάμο από τον παλαιό, αλύτρωτο και χωρίς Θεό κόσμο του εγωισμού, της φθοράς και του θανάτου, στον καινό, θεανθρώπινο κόσμο της Βασιλείας του Θεού, της αγάπης, της Εκκλησίας.
Κάθε Μυστήριο, άλλως τε, είναι μία μετάβαση και μία μεταμόρφωση του παλαιού κόσμου και της παλαιάς ζωής στον καινό κόσμο και καινή «εν Χριστώ» ζωή, που προσφέρεται ως δώρο του Αγίου Πνεύματος. Ιδιαιτέρως με το Άγιο Βάπτισμα ο άνθρωπος αφήνει τον παλαιό κόσμο για να εισέλθει οριστικά στη Βασιλεία του Θεού και με τη Θεία Ευχαριστία ενώνεται διά του Χριστού με την Αγία Τριάδα και όλους τους λυτρωμένους πιστούς.
 
Χωρίς τη Θεία Ευχαριστία δεν θα υπήρχε η Εκκλησία, διότι οι πιστοί δεν θα μπορούσαν να ενωθούν με τον Θεό και να γίνουν “εν νέον θεανθρώπινον σώμα”.
Αυτό που γίνεται στη Θεία Ευχαριστία γίνεται και στο Μυστήριο του Γάμου. Οι σύζυγοι ενώνονται με τον Χριστό και διά του Χριστού μεταξύ τους σε μία αιωνία και θεανθρώπινη ένωση. Από μία ένωση του παλαιού, αρρωστημένου κόσμου μεταμορφώνονται σε μία υγιή «εν Χριστώ» ένωση μέσα στην καινή κτίση της Βασιλείας του Θεού.
 
Απλούστερα: Με το Μυστήριο του Γάμου δεν ενώνεται μόνο ο γαμπρός και η νύφη, άλλ’ ενώνεται μαζί τους και ο Χριστός ή μάλλον και οι δύο ενώνονται «εν τω Χριστώ», ο οποίος κάνει έτσι την ένωση τους αγία, τέλεια, υγιή, θεανθρώπινη.
 
Εννοείται ότι για να είναι ο γάμος ένα γεγονός μεταμορφώσεως στις διαστάσεις της Βασιλείας του Θεού, δεν αρκεί από μέρους των μελλονύμφων τυπική παρακολούθηση της ιερολογίας του Γάμου χωρίς καμία συνειδητή συμμετοχή στο τελούμενο Μυστήριο.
 
Μετά από μία συνειδητή συμμετοχή στο Μυστήριο ιδρύεται ένα νέο «σπίτι», μία μικρή Εκκλησία, ένα μικρό Βασίλειο του Τριαδικού Θεού. Είναι χαρακτηριστικό ότι το Μυστήριο αρχίζει, όπως και τα άλλα Μυστήρια, με την ευλογία της Αγίας Τριάδος: «Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος…». Ό,τι ενώνει τους συζύγους δεν είναι μόνον η φυσική έλξη των δύο φύλων, η κοινωνική σκοπιμότητα κτλ, αλλά πρώτιστα όλων ο Χριστός. Εις το νέο σπίτι δεν βασιλεύει αυταρχικά ο άνδρας ή η γυναίκα, αλλά ο Χριστός, διότι και οι δύο θέλουν να κάνουν το θέλημα του Χριστού και όχι το δικό τους θέλημα. Με την ίδρυση της Χριστιανικής οικογένειας ιδρύεται ένα μικρό Βασίλειο του Θεού. Οι σύζυγοι κατά την ιεροτελεστία στεφανώνονται ως βασιλείς, ενώ ψάλλεται το «Κύριε ο Θεός ημών δόξη και τιμή στεφάνωσον αυτούς».
 
Είναι τόσον αγία η θεανθρωπίνη ένωση του κατά Θεόν Γάμου, ώστε ο Απόστολος Παύλος, το στόμα του Χρίστου, παρομοιάζει τη σχέση των συζύγων με τη σχέση του Χριστού προς την Εκκλησία. «Το μυστήριον τούτο μέγα εστίν εγώ δε λέγω εις Χριστόν και εις την Εκκλησίαν» (Εφεσ. 5, 32).
 
Εννοείται όμως ότι για να είναι ο γάμος μία φανέρωση και μία αποκάλυψη του γάμου του Χριστού με την Εκκλησία, πρέπει οι σύζυγοι συνεχώς να ξεπερνούν τον παλαιό άνθρωπο που κρύβουν μέσα τους, να σταυρώνουν τον εγωισμό και τα πάθη τους και να αποκτούν σε βάθος την αγία αρετή της ταπεινοφροσύνης. Από την άποψη αυτή ο Γάμος είναι μία συμμετοχή στον θάνατο και την ανάσταση του Χριστού.
 
Κανείς δεν μπορεί να ζήσει την καινή, δηλαδή τη νέα, αναστημένη ζωή του Χριστού, εάν δεν σταυρωθεί πρώτα μαζί του και δεν θάψει τον παλαιό άνθρωπο. Οι δύο σύζυγοι βοηθούνται αμοιβαία να σταυρώσουν τον παλαιό άνθρωπο. Αυτό είναι πολύ δύσκολο. Είναι ένα είδος μαρτυρίου. Δεν είναι τυχαίο ότι στην ακολουθία του Γάμου ψάλλεται το «Άγιοι Μάρτυρες, οι καλώς αθλήσαντες και στεφανωθέντες…», ενώ γίνεται μία λιτανεία στη οποία προηγείται ο Ιερέας κρατώντας το ιερό Ευαγγέλιο. Η λιτανεία αυτή μας υπενθυμίζει ότι ο Γάμος είναι μία συνεχής πορεία των συζύγων προς τη Βασιλεία του Θεού, ένας συνεχής αγώνας για την κατάκτηση της αγιότητας. Η πορεία αυτή των συζύγων θα γίνει προηγουμένου του Χριστού και του Ευαγγελίου στον μαρτυρικό δρόμο του καθημερινού τους αγώνα να απαρνούνται τον κακό εαυτό τους και να κάνουν το θέλημα του Θεού, προσφερόμενοι στον σύντροφο της ζωής τους.
 
Εάν οι χριστιανοί σύζυγοι δεν αποδεχτούν τον γάμο τους ως αγώνα και θυσία, πώς θα επιζήσει η σχέση τους όταν εμφανισθούν οι πρώτες δυσκολίες;
Αυτά δεν εξαντλούν την ορθόδοξη θεολογία του γάμου. Αποτελούν απλώς ορισμένες εισαγωγικές σκέψεις.
Πρέπει πάντως να κατανοηθεί ότι ο γάμος και η οικογένεια δεν μπορούν να σωθούν, εάν οι χριστιανοί σύζυγοι δεν κατηχηθούν και δεν αποκτήσουν συνείδηση της ουσίας του γάμου, ως Μυστηρίου της Εκκλησίας.
 
Πολλά έχουμε να κάνουμε προς την κατεύθυνση αυτή οι ποιμένες της Εκκλησίας μας. Το έργο μας δεν είναι έργο ληξιάρχου – ευλογίας και καταγραφής ενός κοινωνικού γεγονότος – αλλά έργο ποιμένα και χειραγωγού εν Χριστώ.
 
Οι μελλόνυμφοι, οι νεόνυμφοι και οι έγγαμοι χριστιανοί πρέπει να διδαχτούν από τούς ποιμένες τους ποια σημασία έχει ο γάμος τους, γιατί είναι «μυστήριον» και πως μπορούν “αξίως” να περάσουν την έγγαμη ζωή τους. Στο δύσκολο αυτό έργο μας -έργο πράγματι ποιμαντικό- πρέπει να βοηθηθούμε και από τους λαϊκούς αδελφούς, που είναι “τα χέρια και τα πόδια ” των κληρικών.
 
Ο αγιασμός και η σωτηρία του γάμου και της οικογένειας δεν είναι έργο μόνον του Επισκόπου και των Πρεσβυτέρων, αλλ’ ολόκληρης της κοινότητος, της ενορίας και γι’ αυτό όλοι καλούνται να συμπαρασταθούν στους ποιμένες ο καθένας κατά την κλήση του και το δοθέν χάρισμα που πήρε.
 
Αρχ. Γεωργίου, Καθηγούμενου Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου, Αγίου Όρους
 
 

 

Your rating: None Average: 5 (7 votes)