Τρίτη 17 Σεπτεμβρίου 2019


Αρεοπαγιτική καταδίκη ανηλίκου σαν ενηλίκου

 
Αρεοπαγιτική επικύρωση της καταδίκης ανηλίκου σαν ενηλίκου
 
Με την υπ’ αριθ. 1534/03.11.2011 απόφαση του ΑρείουΠάγου, επικυρώθηκε η υπ’ αριθ. 1480/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία είχε καταδικαστεί ένας αλλοδαπός ανήλικος σαν να ήταν ενήλικος [“Νομικά Επίλεκτα”: “ Καταδίκη Αλλοδαπού Ανηλίκου Σαν Ενηλίκου”] αφού αγνοήθηκαν τα επίσημα έγγραφα του κράτους του Πακιστάν, δηλαδήδημόσια έγγραφα, σχετικά με την πραγματική ηλικία του άδικα καταδικασθέντος αλλοδαπού.
 
Με την ανωτέρω απόφασή του, δέχθηκε ο Άρειος Πάγος (ακολουθώντας πιστά τη σχετικά πρόσφατη τακτική ν’ απορρίπτει συλλήβδην όλες τις ποινικές αιτήσεις αναίρεσης κατά των καταδικαστικών αποφάσεων), ότι “κατά το άρθρο 121 του ΚΠΔ (: του “Κώδικα Ποινικής Δικονομίας”), το δικαστήριο που δικάζει κατ’ έφεση (δηλαδή την έφεση), αν κρίνει ότι το δικαστήριο που δίκασε σε πρώτο βαθμό ήταν αναρμόδιο επειδή το έγκλημα υπαγόταν σ’ αυτό ή σε κατώτερο δικαστήριο, ακυρώνει την απόφαση που προσβάλλεται με έφεση και δικάζει ανέκκλητα (δηλαδή χωρίς δικαίωμα άσκησης έφεσης κατά της απόφασης που θα εκδώσει) το ίδιο την υπόθεση στην ουσία (άρθρο 502 § 3 του ΚΠΔ) και, σε κάθε άλλη περίπτωση καθ’ ύλη αναρμοδιότητας, ακυρώνει την απόφαση που προσβάλλεται με έφεση και παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο” [σελίδα 3 της απόφασης του Αρείου Πάγου].
 
Στη συνέχεια, με σκοπό ν’ απορρίψει την αίτηση αναίρεσης κατά της εσφαλμένης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών (κακουργημάτων), δέχθηκε η απόφαση αυτή του Αρείου Πάγου, ότι “Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών (που τηρούνται, σημειωτέον, χωρίς καμιά εγγύηση ασφάλειας σχετικά με την καταγραφή των όσων συμβαίνουν κατά τη διάρκεια της ποινικής δίκης, επειδή ο αρμόδιος γραμματέας γράφει ό,τι ο ίδιος κρίνει και επιθυμεί, χωρίς ουσιαστικό έλεγχο), που δίκασε κατ’ έφεση, προκύπτει ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου προέβαλε γραπτώς και ανέπτυξε και προφορικά την ένσταση ότι κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης (18.12.2005) ο κατηγορούμενος ήταν ανήλικος, ως γεννηθείς την 15.09.1988 και, κατά συνέπεια, αναρμοδίως καθ’ ύλη δικάστηκε από το πρωτοβάθμιο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, υπαγόμενος στην αρμοδιότητα του Μονομελούς Δικαστηρίου Ανηλίκων Αθηνών”.
 
Και συμπληρώνει το σκεπτικό της απόφασης αυτής του ανώτατου δικαστηρίου της χώρας, ότι “όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα πρακτικά της δίκης, το ως άνω δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα και μάρτυρες) απέρριψε κατά πλειοψηφία (σημειωτέον πως υπάρχουν ακόμα δικαστές, εδώ της μειοψηφίας, που πασχίζουν να περισώσουν τουλάχιστον τα προσχήματα) την υποβληθείσα ένσταση αναρμοδιότητας του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως αβάσιμη, με την παρακάτω αιτιολογία: σύμφωνα με τα προσκομισθέντα από τον συνήγορο του τετάρτου κατηγορουμένου και αναγνωσθέντα ως άνω έγγραφα με τους αριθμούς 14392-1/2 και 145392-2/2, ήτοι α) αντίγραφο πιστοποιητικού γεννήσεως και β) α.α. 903 πιστοποιητικό αποχωρήσεως από το σχολείο, στο πρωτότυπο και σε νόμιμη μετάφραση, το αναγραφόμενο σε αυτά πρόσωπο, με τα στοιχεία Μ… (όνομα πατρός) Ι… (όνομα τέκνου), έχει γεννηθεί στο Ραντήρ του Πακιστάν την 15.09.1988. Τα στοιχεία αυτά του αναφερομένου προσώπου ταυτίζονται με τα αντίστοιχα στοιχεία του ανωτέρω τετάρτου κατηγορουμένου, δεν αναγράφεται όμως στα εν λόγω έγγραφα και το όνομα της μητέρας του κατηγορουμένου αυτού, που είναι Μ… Από τα έγγραφα αυτά επομένως δεν αποδεικνύεται, ότι το φερόμενο ως γεννηθέν την 15.09.1988 πρόσωπο είναι ο τέταρτος κατηγορούμενος. Ο ίδιος αυτός κατηγορούμενος όταν εξετάστηκε με διερμηνέα αμέσως μετά τη σύλληψή του και ρωτήθηκε σχετικά απάντησε εκτός των άλλων ότι γεννήθηκε το έτος 1984 (από 18.12.2005 έκθεση εξέτασης κατηγορουμένου με διερμηνέα) το ίδιο δε ειδικότερα ότι γεννήθηκε την 01.01.1984 δήλωσε και κατά την απολογία του επίσης με διερμηνέα στον ανακριτή την 19.12.2005, ενώ κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο στην οποία παρέστη με συνήγορο υπερασπίσεως της δικής του επιλογής, δεν ανέφερε τίποτε για την ηλικία του και ειδικότερα ότι δεν είχε γεννηθεί το έτος 1984 όπως εφέρετο, και κατά την δήλωσή του μάλιστα μέχρι τότε. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος γεννήθηκε την 01.01.1984 και όχι την 15.09.1988, όπως οψίμως και το πρώτον ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου ισχυρίστηκε. Οι σχετικές καταθέσεις των εξετασθέντων τεσσάρων μαρτύρων ελέγχονται μη πειστικές, ενόψει ιδίως των προαναφερθεισών απολογιών του κατηγορουμένου και της ασαφούς εικόνας που οι μάρτυρες αυτοί έχουν ως προς τον χρόνο γεννήσεως του κατηγορουμένου, όπως τούτο προκύπτει από τις καταθέσεις τους αυτές. Επομένως ο ισχυρισμός του τετάρτου κατηγορουμένου ότι κατά τον χρόνο τελέσεως των πράξεων (18.12.2005 και ένα δίμηνο πριν από την ημερομηνία αυτή) ήταν ανήλικος, ως γεννηθείς την 15.09.1988, και ότι κατά συνέπεια αναρμοδίως καθ’ ύλη δικάστηκε από το πρωτοβάθμιο Τριμελές Εφετείο κακουργημάτων Αθηνών, υπαγόμενος στην αρμοδιότητα των δικαστηρίων ανηλίκων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος κατά την πλειοψηφούσα ως άνω γνώμη των μελών του δικαστηρίου, ενώ κατά τη γνώμη δύο μελών του αποδεικνύεται από τα ανωτέρω στοιχεία ότι ο κατηγορούμενος γεννήθηκε πράγματι την 01.01.1988 και έπρεπε να παραπεμφθεί ως προς αυτόν η υπόθεση για να δικαστεί στο αρμόδιο δικαστήριο ανηλίκων”.
 
Και συνεχίζει η απόφαση του Αρείου Πάγου: “Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και με αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, απέρριψε την πιο πάνω ένσταση του αναιρεσείοντος (δηλαδή του ανήλικου κατηγορουμένου), με την παραπάνω παρεμπίπτουσα απόφασή του, δεχθέν ότι ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης δεν ήταν ανήλικος, αλλά ενήλικος υπαγόμενος στην καθ’ ύλη αρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου” [σελ. 4η έως και 7η της απόφασης του Αρείου Πάγου].
 
Και αφού μέμφεται η απόφαση του Αρείου Πάγου την αναφορά στην αίτηση αναίρεσης (στο “αναιρετήριο”) των αιτιάσεων (δηλαδή των παραπόνων), με τις οποίες προσβάλλεται (πλήττεται) η απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών κακουργημάτων στην ουσία της, επειδή ο Άρειος Πάγος δεν εξετάζει την ουσία της υπόθεσης (την “περί τα πράγματα εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας”), συμπληρώνει, ότι “οι λοιποίλόγοι περί παραβίασης των ατομικών δικαιωμάτωντου αναιρεσείοντος (δηλαδή του ανήλικου κατηγορουμένου) σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 20§ 1, 87 § 2 και 93§ 4 του Συντάγματος και του άρθρου 48§1 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθόσον δεν διασφαλίστηκε ο σεβασμός των δικαιωμάτων υπεράσπισής του και υποβλήθηκε σε δημοσιότητα ενώ ήταν ανήλικος, είναι απορριπτέοι, επειδή ερείδονται (δηλαδή στηρίζονται) σε εσφαλμένηπροϋπόθεση, αφού το δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη (δηλαδή την ανεξέλεγκτη) αναιρετικά κρίση του, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων (ο ανήλικος κατηγορούμενος) δεν ήταν ανήλικος” [σελ. 7η έως 8η της απόφασης του Αρείου Πάγου.
 
Και σε αυτήν την περίπτωση, η αμφιβολία ερμηνεύθηκε σε βάρος του κατηγορουμένου. Δηλαδή, σε περίπτωση αμφιβολίας, εάν ο κατηγορούμενος είναι ανήλικος ή ενήλικος, προκρίνεται η δυσμενέστερη και όχι η ευνοϊκότερη (όπως θα έπρεπε σύμφωνα με τον νόμο) γι’ αυτόν εκδοχή. Έτσι, κρίθηκε σαν ενήλικος και όχι σαν ανήλικος όπως ήταν πράγματι κατά τον κρίσιμο χρόνο ο συγκεκριμένος αλλοδαπός.
 
Από την παραπάνω απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο που καταδίκασε σα δήθεν ενήλικο τον ανήλικο Πακιστανό, δεν διενήργησε καμιά έρευνα, δηλαδή δεν διέταξε να συμπληρωθούν οι αποδείξεις ώστε να επιβεβαιωθεί η ηλικία του κατηγορουμένου, ο οποίος είχε αρχικά καταδικαστεί άδικα στην εξοντωτική ποινή των δέκα πέντε ετών κάθειρξης. Και με την απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών κακουργημάτων καταδικάστηκε σε ποινή ίσης διάρκειας με την παραμονή του στη φυλακή, δηλαδή σε ποινή 4,5 ετών, και, έτσι, στο τέλος απελευθερώθηκε και υποτίθεται πως “δικαιώθηκε”!
 
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κακουργημάτων είχε την υπηρεσιακή υποχρέωση να ζητήσει, για παράδειγμα από την πρεσβεία του Πακιστάν στην Αθήνα, όποιες εξηγήσεις ήθελε για να συμπληρωθούν τα επίσημα δημόσια έγγραφα και με τα στοιχεία της μητέρας του κατηγορουμένου και δεν ήταν ορθή η κρίση πως ο κατηγορούμενος δεν είχε αναφέρει την αληθινή ημερομηνία της γέννησής του, όταν εξετάστηκε με διερμηνέα και όταν εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο της επιλογής του και, για τον λόγο αυτό και μόνο, ήταν ενήλικος!
 
Στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι γνωστός ο τρόπος με τον οποίο ορίζονται οι διερμηνείς, οι οποίοι κάθε άλλο παρά διερμηνεύουν πιστά, όπως είναι γνωστή και η αδυναμία των συνηγόρων να επικοινωνήσουν με αλλόγλωσσους, λόγω άγνοιας των γλωσσών ουρντού, μπάγκλα, ινδικών, σουαχίλι και άλλων.
 
Με τις αποφάσεις του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών κακουργημάτων και του Αρείου Πάγου, παγιώθηκε η αδικία σε βάρος του συγκεκριμένου αλλοδαπού, ο οποίος από τραγικό και αθώο θύμα δουλεμπόρων κρίθηκε σα θύτης και αντί ν’ απαλλαγεί, λόγω και της ανηλικότητάς του, καταδικάστηκε με την παραβίαση του πλέον θεμελιωδών ατομικών και ανθρώπινων δικαιωμάτων του.
 
Εν τέλει παρατηρείται, ότι στην περίπτωση της πολύ πιθανής δικαίωσης του αλλοδαπού από το ΕΔΔΑ (το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου), η χώρα μας θα κληθεί να πληρώσει αποζημιώσεις και επανορθώσεις πάντοτε από τα δανεικά των διεθνών τοκογλύφων και όχι από τις περιουσίες των κριτών μας, οι οποίοι πρέπει ν’ αντιμετωπίζουν τις συνέπειες που συνεπάγεται η κατάχρηση εξουσίας και όχι μόνο.
 
 
Εμμανουήλ Παπαδάκης
 
Your rating: None Average: 5 (10 votes)