Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2019


Εικονικά τιμολόγια και δικαιοσύνη

 

 
Η υπόθεση ξεκίνησε πριν από είκοσι ένα (21) χρόνια περίπου και την 21.02.2013 εκδόθηκε η υπ’ αριθ. Α 563/2013 οριστική απόφαση του 8ου Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία ακυρώθηκε η υπ’ αριθ. 211/25.02.2004 απόφαση επιβολής προστίμου για παράβαση του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (ΚΒΣ) σε βάρος ανώνυμης εταιρείας. Το πρόστιμο είχε επιβάλλει ο προϊστάμενος της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) Φ.Α.Ε. Πειραιά, εξ αιτίας παραλαβής από την εταιρεία  εικονικού τιμολογίου.
 
Το διοικητικό πρωτοδικείο αποφάσισε, μετά από δύο δεκαετίες και πλέον, ότι έπρεπε για νομικούς λόγους ν’ ακυρωθεί το πρόστιμο των 11.145.700 δραχμών (ή των 32.709,32 ευρώ).
 
Με την ίδια απόφαση, απαλλάχθηκε το ελληνικό Δημόσιο από τα δικαστικά έξοδα της ανώνυμης εταιρείας, η οποία επιβαρύνθηκε με δικαστικές διαδικασίες για είκοσι και πλέον χρόνια.
 
Σύμφωνα με την απόφαση, στην περίπτωση κατά την οποία τα όργανα που διενεργούν φορολογικό έλεγχο προβαίνουν σε “κατάσχεση”, δηλαδή στην αναγκαστική αφαίρεση από την επαγγελματική εγκατάσταση επιτηδευματία βιβλίων, εγγράφων ή άλλων εν γένει στοιχείων, από τα οποία “είναι ενδεχόμενο να προκύπτει απόκρυψη φορολογητέας ύλης”, απαιτείται, ως ουσιώδης τύπος της διαδικασίας (και, συνεπώς, ως προϋπόθεση της νομιμότητας της επακολουθούσης τυχόν και στηριζόμενης στα εν λόγω στοιχεία καταλογιστικής πράξης της φορολογικής αρχής) η σύνταξη, κατά τους όρους του νόμου, σχετικής έκθεσης κατάσχεσης και η επίδοση αντιγράφου της στον επιτηδευματία.
 
Η εν λόγω έκθεση πρέπει, για να είναι έγκυρη, να εμπεριέχει τον ρητό χαρακτηρισμό της ως “εκθέσεως κατασχέσεως”, γιατί μόνο με τον τρόπο αυτό δηλώνεται επαρκώς (όπως απαιτείται για τη διασφάλιση των σχετικών δικαιωμάτων του υποχρέου) το νόημα της συγκεκριμένης αφαίρεσης στοιχείων, ότι διενεργείται δηλαδή αναγκαστικά λόγω υπονοιών απόκρυψης φορολογητέας ύλης, με τις εντεύθεν δυσμενείς για τον επιτηδευματία ενδεχόμενες συνέπειες.
 
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας και ιδίως από τη με ημερομηνία 20.02.2004 έκθεση ελέγχου της υπαλλήλου της Δ.Ο.Υ.  Φ.Α.Ε Πειραιά, προκύπτουν τα εξής:
 
Η προσφεύγουσα ανώνυμη εταιρεία έχει σκοπό την εισαγωγή πρώτων υλών, την παραγωγή και εμπορία καλλυντικών ειδών καθώς και την παραγωγή και εμπορία παραφαρμακευτικών προϊόντων. Από τον έλεγχο που διενεργήθηκε στα βιβλία και στοιχεία της, διαπιστώθηκε ότι καταχώρησε στη σελίδα Χ του Ημερολογίου Διαφόρων Πράξεων το υπ’ αριθ. 110/17.12.1992 τιμολόγιο πώλησης – δελτίο αποστολής εκδόσεως Ζ, αξίας 5.572.850 δραχμών, πλέον Φ.Π.Α. 1.003.113 δραχμών, χωρίς να εκπέσει τον αναλογούντα Φ.Π.Α. Ακολούθως, ο έλεγχος, αφού έλαβε υπόψη έκθεση ελέγχου που του αποστάλθηκε από τη Θ΄ Δ.Ο.Υ. Αθηνών, από την οποία προέκυπτε ότι ο πιο πάνω εκδότης του στοιχείου δεν λειτουργεί επιχείρηση στη διεύθυνση που έχει δηλώσει στη Φλώρινα, ότι δεν υπέβαλε εκκαθαριστική δήλωση Φ.Π.Α. για τη χρήση 1992 και δεν προσκόμισε τα βιβλία και τα στοιχεία του για έλεγχο αν και του ζητήθηκαν από τους ελεγκτές της Δ.Ο.Υ. Φλώρινας, έκρινε τη συναλλαγή εικονική και το ως άνω στοιχείο εικονικό.
 
Κατόπιν αυτών, ο προϊστάμενος της διάδικης φορολογικής Αρχής εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απέδωσε στην προσφεύγουσα, ότι για τη χρήση 1992 ζήτησε, έλαβε και καταχώρησε το πιο πάνω εικονικό στοιχείο, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 2 § 1, 21 § 1 και 19 § 3 του π.δ. 186/1992, του άρθρου 31 του ν. 1531/1986 και του άρθρου 19 § 3 του ν. 2523/1997 και επέβαλε σε βάρος της πρόστιμο ίσο με το διπλάσιο της αξίας του στοιχείου χωρίς Φ.Π.Α. συνολικού ποσού 11.145.700 δραχμών ή 32.709,32 ευρώ (5.572.850 Χ 2 = 11.145.700 δρχ).
 
Εν όψει του ότι από την πιο πάνω από 20.02.2004 έκθεση ελέγχου προκύπτει επίσης, ότι η Υπηρεσία Ελέγχου Διακίνησης Αγαθών (ΥΠ.Ε.Δ.Α.) Αθηνών παρέλαβε από την προσφεύγουσα το ανωτέρω στοιχείο και ότι η τελευταία με την κρινόμενη προσφυγή, όπως αυτή αναπτύσσεται με το από 14.02.2012 νομίμως κατατεθέν υπόμνημα, υποστήριξε και ότι κατά την παραλαβή του πιο πάνω στοιχείου δεν είχε συνταχθεί η απαιτούμενη για τη νομιμότητα της καταλογιστικής πράξης έκθεση κατάσχεσης, αλλά ούτε και, μη σύννομη, κατά την προσφεύγουσα, απόδειξη παραλαβής, το Δικαστήριο, με την υπ’ αριθ. Α1660/2012 προδικαστική απόφασή του ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και υποχρέωσε το καθ’ ου (δηλαδή το Δημόσιο) να διαβιβάσει στη Γραμματεία του Δικαστηρίου την απόδειξη παραλαβής ή την έκθεση κατάσχεσης που συντάχθηκε για την παραλαβή του προαναφερόμενου ένδικου στοιχείου.
 
Σε εκτέλεση της απόφασης αυτής, με το υπ’ αριθ. 18981/24.07.2012 διαβιβαστικό της διάδικης Αρχής, αποστάλθηκε στο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων,
(α΄) η υπ’ αριθ. 1445/15.09.1995 απόδειξη παραλαβής των υπαλλήλων της ΥΠ.Ε.Δ.Α. Π.Θ., Φ.Χ. και Μ.Μ., με την οποία παραλήφθηκε από την προσφεύγουσα το εν λόγω τιμολόγιο, και
(β΄) το υπό στοιχεία Φ1523/1995 πρωτόκολλο παράδοσης, από το οποίο προκύπτει, ότι οι πιο πάνω υπάλληλοι παρέδωσαν το στοιχείο αυτό στην Υπηρεσία τους την 19.09.1995.
 
Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις, όπως αυτές ερμηνεύονται, η παραλαβή του κρίσιμου φορολογικού στοιχείου από τα όργανα της ΥΠ.Ε.Δ.Α. συνιστά κατάσχεση του εν λόγω στοιχείου, για το οποίο δεν έχει συνταχθεί η απαιτούμενη από τον νόμο έκθεση κατάσχεσης, αλλά απλή απόδειξη παραλαβής. Συνεπώς, η προσβαλλόμενη πράξη επιβολής προστίμου είναι νομικώς πλημμελής και ακυρωτέα, ως εκδοθείσα κατά παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, αφού δεν έχει συνταχθεί η απαιτούμενη από τον νόμο “έκθεση κατάσχεσης”, αλλά απλή απόδειξη παραλαβής του επίμαχου φορολογικού στοιχείου, κατά τον βάσιμο σχετικό ισχυρισμό της προσφεύγουσας.
 
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη προσφυγή και να αναπεμφθεί η υπόθεση, κατά το άρθρο 79 § 3, εδάφιο β΄, του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔΔ) στη Διοίκηση προκειμένου αυτή να ενεργήσει τα νόμιμα. Εν τέλει, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην προσφεύγουσα του καταβληθέντος παραβόλου (άρθρο 277 § 9 του ΚΔΔ), ενώ, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων, πρέπει ν’ απαλλαγεί το Ελληνικό Δημόσιο από τα δικαστικά έξοδα της προσφεύγουσας (άρθρο 275 § 1, τελευταίο εδάφιο, του ΚΔΔ).
 
Με αυτές τις σκέψεις έγινε δεκτή η προσφυγή της ανώνυμης εταιρείας, ακυρώθηκε η απόφαση επιβολής του προστίμου, αναπέμφθηκε η υπόθεση στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.), “για να διενεργήσει τα νόμιμα”, διατάχθηκε η επιστροφή του καταβληθέντος από την ανώνυμη εταιρεία παραβόλου και απαλλάχθηκε το Δημόσιο από τα δικαστικά έξοδα της εταιρείας, που είχε ασκήσει την προσφυγή κατά της πράξης του προστίμου.
 
Και πάλι, με αφορμή αυτή τη δικαστική απόφαση, διαπιστώνουμε τον λόγο, για τον οποίο δεν απονέμεται ουσιαστικά ούτε φορολογική Δικαιοσύνη, επειδή η υπερβολικά μεγάλη διάρκεια των διοικητικών δικών (και της εκκρεμοδικίας) προξενεί ανασφάλεια δικαίου, μάταιες εμπλοκές καθώς και σημαντικά δικαστικά έξοδα, που εμποδίζουν την ακώλυτη ανάπτυξη των επιχειρήσεων και της επιχειρηματικότητας στη χώρα μας. Και θα πρέπει να προσθέσουμε, πως εμποδίζουν και αποτρέπουν και αυτούς που θα είχαν την πρόθεση να επενδύσουν και να δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας.
 
 
 
Εμμανουήλ Παπαδάκης
 

 

 

Your rating: None Average: 5 (4 votes)