Τρίτη 2 Ιουλίου 2019


Η ταχεία απονομή δικαιοσύνης

Θεμελιώδες αίτημα της κοινωνίας είναι να απονέμεται σε κάθε περίπτωση πραγματική Δικαιοσύνη από τα δικαστήρια και να ικανοποιείται το έμφυτο σε κάθε άνθρωπο αίσθημα δικαίου, μέσα σε λογική προθεσμία.

Στη χώρα μας, όπως συμβαίνει σε όλους τους κοινωνικούς τομείς και σε όλους, χωρίς εξαίρεση, τους θεσμούς και τις λειτουργίες του κράτους, δυσλειτουργεί και το κρατικό σύστημα επίλυσης των διαφορών (η δικαστική εξουσία) με αποτέλεσμα να μην απονέμεται έγκαιρη και αληθινή Δικαιοσύνη, αλλά μάλλον δικαιοσύνη κατ’ επίφαση. Τούτο αποδίδεται σε συγκεκριμένους, λόγους, ένας εκ των οποίων είναι και η μεγάλη καθυστέρηση επίλυσης και των μικρής σημασίας ακόμη διαφορών καθώς και τιμωρίας των πραγματικά ενόχων από τα δικαστήρια.

 

Και αυτά τα δικαστήρια πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, δηλαδή τα Μονομελή και Πολυμελή Πρωτοδικεία, καθυστερούν την έκδοση των αποφάσεών τους, με αποτέλεσμα να προκύπτουν από τις υπέρμετρες καθυστερήσεις καταστάσεις ανεπιεικείς για τους διαδίκους και γενική λαϊκή δυσαρέσκεια.

 

Χαρακτηριστικό πρακτικό παράδειγμα καθιστά αντιληπτή τη βραδύτητα έκδοσης των δικαστικών αποφάσεων ακόμη και στις απλούστερες υποθέσεις. Έτσι, από τροχαίο ατύχημα της 5ης Φεβρουαρίου 2006, από το οποίο προκλήθηκαν υλικές ζημιές στα εμπλακέντα δύο αυτοκίνητα, επιδικάστηκε ποσό ύψους 11.127€ (όσο ακριβώς ζητήθηκε με την αγωγή). Τόσο ο ιδιοκτήτης του ενός αυτοκινήτου (ημιφορτηγού) όσο και ο ιδιοκτήτης και οδηγός του άλλου αυτοκινήτου (ιδιωτικής χρήσης) είχαν ασκήσει αντίθετες αγωγές, από 23.05.2006 και από 01.11.2006, αντιστοίχως, οι οποίες εκδικάστηκαν (συνεκδικάστηκαν, λόγω συνάφειας) από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την 09.02.2007 (από το τμήμα αυτοκινήτων).

 

Η διαφορά αυτή επιλύθηκε οριστικά με την υπ’ αριθ. 125/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε την 09.01.2008, δηλαδή μετά από την παρέλευση ενός έτους από την ημερομηνία εκδίκασης της συγκεκριμένης υπόθεσης. Συνεπώς, γι’ αυτήν την απλή διαφορά μεταξύ δύο πολιτών, απαιτήθηκε το υπέρμετρα μεγάλο χρονικό διάστημα ολόκληρου έτους. Με την απόφαση αυτή, κρίθηκε, ότι ευθυνόταν ο οδηγός και ιδιοκτήτης του ιδιωτικής χρήσης αυτοκινήτου και, συνεπώς, έγινε δεκτή η μία αγωγή και απορρίφθηκε η άλλη (αντίθετη αγωγή).

 

Λόγω της ετήσιας διάρκειας αναμονής μέχρι έκδοσης της απόφασης του πρώτου βαθμού, δεν ασκήθηκε έφεση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης και, έτσι, έληξε η αντιδικία, επειδή ο ηττημένος διάδικος αποδέχτηκε την ήττα του προκειμένου να “ξεμπερδέψει” και όχι επειδή πείστηκε από την απόφαση του Πρωτοδικείου, που δέχτηκε πως η αποκλειστική ευθύνη της πρόκλησης του τροχαίου ατυχήματος βάρυνε τον οδηγό του ιδιωτικής χρήσης αυτοκινήτου και όχι την οδηγό του ημιφορτηγού, η οδηγητική συμπεριφορά της οποίας υπήρξε, σύμφωνα με τη δικαστική απόφαση, ανεπίληπτη.

 

Με αφορμή αυτή τη σχετικά πρόσφατη πρωτοδικειακή απόφαση, γίνεται αντιληπτή η κατάσταση που επικρατεί στον χώρο της αποκαλούμενης δικαιοσύνης, δηλαδή στον χώρο των δικαστηρίων καθώς και στον τρόπο λειτουργίας τούτων, αναφορικά με τη βραδύτητα επίλυσης και αυτών των διαφορών, που θα έπρεπε με ταχύτατη διαδικασία να επιλύονται αμέσως, ώστε να μην εξαναγκάζονται οι πολίτες να διαθέτουν σημαντικό χρόνο από τη ζωή τους και να φθείρονται (όχι μόνο υλικά) σε μάταιες δικαστικές αντιδικίες, που, πολλές φορές γιγαντώνονται και από ασήμαντες καθίστανται βασανιστικές για τους εμπλεκόμενους και ατέρμονες.

 

Σημειωτέον, ότι σοβαρότερες αποφάσεις, δηλαδή αποφάσεις που επιλύουν μεγαλύτερες, μέγιστης υλικής αξίας και πολύπλοκες διαφορές, χρειάζονται κατά κανόνα χρονικό διάστημα δέκα έως είκοσι ετών ή και περισσότερο μέχρι να γίνουν απρόσβλητες και να εφαρμοστούν, με αποτέλεσμα σε πλείστες περιπτώσεις οι αρχικοί διάδικοι να μη βρίσκονται στη ζωή και η αντιδικία (μαζί με τις οδυνηρές συνέπειές της) να περιέρχεται στη δικαιοδοσία των κληρονόμων τους.

 

Με αυτά τα φλέγοντα ζητήματα ταχείας, αποτελεσματικής και πραγματικής  δικαιοσύνης, πρέπει ν’ ασχοληθούν κατεπειγόντως οι αρμόδιοι καθώς και οι εκπρόσωποι των διαφόρων συλλόγων (δικαστών, δικηγόρων κλπ) και όχι με τα συνδικαλιστικά έντυπα, τις κοινωνικές εκδηλώσεις, τις καλλιτεχνικές συνάξεις και τη διαφήμιση των εκάστοτε αναδεικνυόμενων συνδικαλιστικών εκπροσώπων τους, διανέμοντας τις φωτογραφίες τους σε κάθε περίσταση, όπως παρατηρήθηκε και με το προγενέστερο άρθρο μας σχετικά με τη γενόμενη δίκαιη κριτική των συνδικαλιστικών εντύπων (άρθρο του Ιουνίου 2011, με τον τίτλο «κριτική των συνδικαλιστικών εντύπων»).

 

 

Your rating: None Average: 4.7 (10 votes)